Греческий словарь
с грамматикой

διαφορετικός

[ðiafɔreˈtikɔs]прилагательноеA2

Значения

1
другой, иной, отличающийся
different, distinct, other · διαφορετικό χρώμα — другой цвет
2
разнообразный, разные
various, diverse, assorted · διαφορετικές απόψεις — разные точки зрения

Грамматика

мужской род
им.
διαφορετικός
вин.
διαφορετικό
род.
διαφορετικού
зват.
διαφορετικέ
женский род
им.
διαφορετική
вин.
διαφορετική
род.
διαφορετικής
зват.
διαφορετική
средний род
им.
διαφορετικό
вин.
διαφορετικό
род.
διαφορετικού
зват.
διαφορετικό

Примеры

Αυτό το βιβλίο είναι διαφορετικό από τα άλλα.
Эта книга отличается от остальных. · This book is different from the others.
Έχουν διαφορετικές απόψεις για το θέμα.
У них разные взгляды на эту проблему. · They have different opinions on the matter.
Προτιμώ διαφορετικό στυλ μουσικής.
Я предпочитаю другой музыкальный стиль. · I prefer a different music style.
Τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά από αυτά που περίμενα.
Результаты были не теми, которых я ожидал. · The results were different from what I expected.