Греческий словарь
с грамматикой

διαφορά

[ðiaˈfora]существительноеη · женский родA2

Значения

1
разница, различие
difference, distinction · η διαφορά ανάμεσα σε δύο πράγματα — разница между двумя вещами
2
разногласие, спор
disagreement, dispute · έχουν διαφορές — у них есть разногласия
3
преимущество, отличие
advantage, distinction · να κάνει διαφορά — иметь значение

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαφορά
вин.
τη διαφορά
род.
της διαφοράς
зват.
διαφορά
Мн. ч.
им.
οι διαφορές
вин.
τις διαφορές
род.
των διαφορών
зват.
διαφορές

Примеры

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο κείμενα.
Между двумя текстами есть большая разница. · There is a big difference between the two texts.
Οι πολιτικοί έχουν σοβαρές διαφορές στις απόψεις τους.
У политиков есть серьёзные разногласия во взглядах. · The politicians have serious disagreements in their views.
Δεν κάνει καμία διαφορά για μένα.
Для меня это абсолютно не важно. · It makes no difference to me.
Η διαφορά της θερμοκρασίας ήταν δέκα βαθμούς.
Разница температур составляла десять градусов. · The temperature difference was ten degrees.