Греческий словарь
с грамматикой

διαφθείρω

[ðiaˈfθɛro]глаголC1

Значения

1
портить, развращать, разлагать морально
to corrupt, to deprave, to seduce morally · διαφθείρω τη νεολαία — развращаю молодёжь
2
разрушать, портить, повреждать
to destroy, to ruin, to damage · η υγρασία διαφθείρει το ξύλο — влажность портит дерево
3
брать взятку, подкупать
to bribe, to take a bribe · διαφθείρω τον δικαστή — подкупаю судью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφθείρω
εσύ
διαφθείρεις
αυτός
διαφθείρει
εμείς
διαφθείρουμε
εσείς
διαφθείρετε
αυτοί
διαφθείρουν
Аорист
εγώ
διέφθειρα
εσύ
διέφθειρες
αυτός
διέφθειρε
εμείς
διαφθείραμε
εσείς
διαφθείρατε
αυτοί
διέφθειραν
Будущее
εγώ
θα διαφθείρω
εσύ
θα διαφθείρεις
αυτός
θα διαφθείρει
εμείς
θα διαφθείρουμε
εσείς
θα διαφθείρετε
αυτοί
θα διαφθείρουν

Примеры

Η διαφθορά διαφθείρει τις δημοκρατικές θεσμούς.
Коррупция подрывает демократические институты. · Corruption undermines democratic institutions.
Διέφθειρε τον νέο άνθρωπο με κακές συνήθειες.
Он развратил молодого человека плохими привычками. · He corrupted the young man with bad habits.
Το νερό θα διαφθείρει αυτά τα δίσκια.
Вода повредит эти планшеты. · Water will damage these tablets.
Κατηγορήθηκε ότι διέφθειρε κρατικούς υπαλλήλους.
Его обвинили в подкупе государственных служащих. · He was accused of bribing government officials.