Греческий словарь
с грамматикой

διαφημιστικός

[ðiafimisˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
рекламный, относящийся к рекламе
advertising, promotional, related to advertising · διαφημιστική καμπάνια — рекламная кампания
2
пропагандистский, агитационный
propagandistic, promotional in a broader sense · διαφημιστικό υλικό — пропагандистский материал

Грамматика

мужской род
им.
διαφημιστικός
вин.
διαφημιστικό
род.
διαφημιστικού
зват.
διαφημιστικέ
женский род
им.
διαφημιστική
вин.
διαφημιστική
род.
διαφημιστικής
зват.
διαφημιστική
средний род
им.
διαφημιστικό
вин.
διαφημιστικό
род.
διαφημιστικού
зват.
διαφημιστικό

Примеры

Αυτή η διαφημιστική αγγελία είναι πολύ δημοφιλής.
Это объявление очень популярно. · This advertisement is very popular.
Το διαφημιστικό μήνυμα προσελκύει πολλούς πελάτες.
Рекламное сообщение привлекает много клиентов. · The advertising message attracts many customers.
Οι διαφημιστικοί σκοποί της εταιρείας είναι σαφείς.
Рекламные цели компании ясны. · The company's advertising goals are clear.
Δημιούργησε διαφημιστικό περιεχόμενο για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Она создала рекламный контент для социальных сетей. · She created promotional content for social media.