Греческий словарь
с грамматикой

διαφημίζω

[ðjafiˈmizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
рекламировать, пропагандировать
to advertise, to publicize · διαφημίζει το νέο προϊόν — рекламирует новый продукт
2
разглашать, делать известным
to make known, to spread the word about · διαφημίζει τις πράξεις του — разносит по свету его деяния

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφημίζω
εσύ
διαφημίζεις
αυτός
διαφημίζει
εμείς
διαφημίζουμε
εσείς
διαφημίζετε
αυτοί
διαφημίζουν
Аорист
εγώ
διαφήμισα
εσύ
διαφήμισες
αυτός
διαφήμισε
εμείς
διαφημίσαμε
εσείς
διαφημίσατε
αυτοί
διαφήμισαν
Будущее
εγώ
θα διαφημίσω
εσύ
θα διαφημίσεις
αυτός
θα διαφημίσει
εμείς
θα διαφημίσουμε
εσείς
θα διαφημίσετε
αυτοί
θα διαφημίσουν

Примеры

Η εταιρεία διαφημίζει τα προϊόντα της στην τηλεόραση.
Компания рекламирует свои товары на телевидении. · The company advertises its products on television.
Διαφήμισαν το νέο ταινίας με μεγάλη προσπάθεια.
Они активно пропагандировали новый фильм. · They publicized the new film extensively.
Θα διαφημίσουν τις υπηρεσίες τους στα μέσα ενημέρωσης.
Они будут рекламировать свои услуги в СМИ. · They will advertise their services in the media.