Греческий словарь
с грамматикой

διαφεύγω

[ðiafˈeŋɡo]глаголB1

Значения

1
избегать, уходить от (опасности, ответственности)
to escape, evade, avoid (danger, responsibility) · διαφεύγω τον κίνδυνο — избегаю опасности
2
ускользать, убегать (физически)
to slip away, flee, get away (physically) · διαφεύγω από τη φυλακή — сбегаю из тюрьмы
3
ускользнуть (о времени, внимании)
to slip away, elude (of time, attention) · του διαφεύγει η λεπτομέρεια — деталь ускользает от его внимания

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφεύγω
εσύ
διαφεύγεις
αυτός
διαφεύγει
εμείς
διαφεύγουμε
εσείς
διαφεύγετε
αυτοί
διαφεύγουν
Аорист
εγώ
διέφυγα
εσύ
διέφυγες
αυτός
διέφυγε
εμείς
διαφύγαμε
εσείς
διαφύγατε
αυτοί
διέφυγαν
Будущее
εγώ
θα διαφύγω
εσύ
θα διαφύγεις
αυτός
θα διαφύγει
εμείς
θα διαφύγουμε
εσείς
θα διαφύγετε
αυτοί
θα διαφύγουν

Примеры

Ο κατάδικος διέφυγε από τη φυλακή χθες.
Осужденный вчера сбежал из тюрьмы. · The convict escaped from prison yesterday.
Προσπαθώ να διαφύγω τα προβλήματα της δουλειάς.
Я пытаюсь избежать рабочих проблем. · I try to avoid work problems.
Η λεπτομέρεια μας διαφεύγει συχνά.
Эта деталь часто ускользает от нашего внимания. · This detail often slips our attention.
Δεν θα διαφύγεις τις συνέπειες των πράξεών σου.
Ты не избежишь последствий своих поступков. · You won't escape the consequences of your actions.