διαφανής
[ðjafaˈnis]прилагательноеB1
Значения
1
прозрачный,透明的
transparent, see-through · διαφανές γυαλί — прозрачное стекло
2
ясный, понятный, очевидный
clear, obvious, evident · διαφανής σκοπός — ясная цель
Грамматика
мужской род
им.
διαφανής
вин.
διαφανή
род.
διαφανούς
зват.
διαφανή
женский род
им.
διαφανής
вин.
διαφανή
род.
διαφανούς
зват.
διαφανή
средний род
им.
διαφανές
вин.
διαφανές
род.
διαφανούς
зват.
διαφανές
Примеры
Το διαφανές νερό της θάλασσας ήταν όμορφο.
Прозрачная морская вода была красивой. · The transparent seawater was beautiful.
Η διαφανής πολιτική της κυβέρνησης κερδίζει εμπιστοσύνη.
Открытая политика правительства завоевывает доверие. · The government's transparent policy wins confidence.
Φορούσε διαφανές μουσελίνα στο καλοκαίρι.
Летом она носила прозрачный муслин. · She wore transparent muslin in summer.
Η διαφανή του πρόθεση ήταν να φύγει απόψε.
Его явное намерение было уехать сегодня вечером. · His obvious intention was to leave tonight.