Греческий словарь
с грамматикой

διαφαίνω

[ðiafˈɛno]глаголC1

Значения

1
просвечивать, быть видным сквозь что-либо
to show through, to be visible through · το χρώμα διαφαίνει σε αυτό το ύφασμα — цвет просвечивает в этой ткани
2
становиться ясным, обнаруживаться, просматриваться
to become evident, to emerge, to become apparent · αρχίζει να διαφαίνεται η αλήθεια — начинает обнаруживаться правда

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφαίνω
εσύ
διαφαίνεις
αυτός
διαφαίνει
εμείς
διαφαίνουμε
εσείς
διαφαίνετε
αυτοί
διαφαίνουν
Аорист
εγώ
διέφανα
εσύ
διέφανες
αυτός
διέφανε
εμείς
διαφάναμε
εσείς
διαφάνατε
αυτοί
διέφαναν
Будущее
εγώ
θα διαφάνω
εσύ
θα διαφάνεις
αυτός
θα διαφάνει
εμείς
θα διαφάνουμε
εσείς
θα διαφάνετε
αυτοί
θα διαφάνουν

Примеры

Το κόκκινο χρώμα διαφαίνει μέσα από το λευκό ύφασμα.
Красный цвет просвечивает сквозь белую ткань. · The red color shows through the white fabric.
Αρχίζει να διαφαίνεται η αλήθεια πίσω από τα λόγια του.
За его словами начинает обнаруживаться истина. · The truth begins to emerge behind his words.
Διέφανε η σημασία του κειμένου μόνο αργότερα.
Значение текста стало ясным только позже. · The meaning of the text became evident only later.
Η υποκρισία του διαφαίνεται σε κάθε κίνησή του.
Его лицемерие просматривается в каждом его движении. · His hypocrisy is apparent in every move he makes.