Греческий словарь
с грамматикой

διαφήμιση

[ðiafˈimisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
реклама, объявление
advertisement, advertising · διαφήμιση στην τηλεόραση — реклама по телевизору
2
известность, популярность, слава
fame, renown, public recognition · αποκτά διαφήμιση — приобретает известность

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαφήμιση
вин.
την διαφήμιση
род.
της διαφήμισης
зват.
διαφήμιση
Мн. ч.
им.
οι διαφημίσεις
вин.
τις διαφημίσεις
род.
των διαφημίσεων
зват.
διαφημίσεις

Примеры

Η διαφήμιση αυτή προσελκύει πολλούς νέους.
Эта реклама привлекает много молодёжи. · This advertisement appeals to many young people.
Δεν μού αρέσουν οι διαφημίσεις στο διαδίκτυο.
Мне не нравятся объявления в интернете. · I don't like ads on the internet.
Ο ηθοποιός ήθελε διαφήμιση για την ταινία του.
Актёр хотел популярности для своего фильма. · The actor wanted publicity for his film.
Οι διαφημίσεις κοστίζουν πολύ χρήματα.
Объявления стоят много денег. · Advertisements cost a lot of money.