Греческий словарь
с грамматикой

διαφέρω

[ðiafˈɛro]глаголB1

Значения

1
отличаться, быть непохожим
to differ, to be different · αυτά τα δύο προϊόντα διαφέρουν πολύ — эти два продукта очень отличаются друг от друга
2
иметь значение, быть важным
to matter, to make a difference · η άποψή σου διαφέρει για μένα — твоё мнение для меня важно

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαφέρω
εσύ
διαφέρεις
αυτός
διαφέρει
εμείς
διαφέρουμε
εσείς
διαφέρετε
αυτοί
διαφέρουν
Аорист
εγώ
διαφέρα
εσύ
διαφέρες
αυτός
διαφέρε
εμείς
διαφέραμε
εσείς
διαφέρατε
αυτοί
διαφέρανε
Будущее
εγώ
θα διαφέρω
εσύ
θα διαφέρεις
αυτός
θα διαφέρει
εμείς
θα διαφέρουμε
εσείς
θα διαφέρετε
αυτοί
θα διαφέρουν

Примеры

Οι δύο αδελφές διαφέρουν στο χαρακτήρα τους.
Две сестры отличаются друг от друга по характеру. · The two sisters differ in their personalities.
Δεν διαφέρει τι θα φάμε σήμερα.
Мне всё равно, что мы будем есть сегодня. · It doesn't matter what we eat today.
Αυτή η απόφαση διαφέρει πολύ για τη ζωή μας.
Это решение имеет огромное значение для нашей жизни. · This decision makes a huge difference to our lives.