Греческий словарь
с грамматикой

διατυπώνω

[ðiatiˈpono]глаголB2

Значения

1
формулировать, излагать в словах
to formulate, to express in words · διατυπώνω μια άποψη — формулирую мнение
2
составлять, разработать (документ, план)
to draw up, to compose (a document, plan) · διατυπώνω ένα σχέδιο — составляю план

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατυπώνω
εσύ
διατυπώνεις
αυτός
διατυπώνει
εμείς
διατυπώνουμε
εσείς
διατυπώνετε
αυτοί
διατυπώνουν
Аорист
εγώ
διατύπωσα
εσύ
διατύπωσες
αυτός
διατύπωσε
εμείς
διατυπώσαμε
εσείς
διατυπώσατε
αυτοί
διατύπωσαν
Будущее
εγώ
θα διατυπώσω
εσύ
θα διατυπώσεις
αυτός
θα διατυπώσει
εμείς
θα διατυπώσουμε
εσείς
θα διατυπώσετε
αυτοί
θα διατυπώσουν

Примеры

Ο δικηγόρος διατύπωσε σαφώς τα επιχειρήματά του.
Адвокат чётко сформулировал свои аргументы. · The lawyer clearly formulated his arguments.
Θα διατυπώσουμε τις προτάσεις μας στο έγγραφο.
Мы изложим наши предложения в документе. · We will set out our proposals in the document.
Ο υπουργός διατυπώνει τη θέση της κυβέρνησης.
Министр излагает позицию правительства. · The minister is expressing the government's position.