Греческий словарь
с грамматикой

διατρέφω

[ðjaˈtrefo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
кормить, содержать (семью, детей)
to feed, to support (a family, children) · διατρέφει την οικογένειά του — содержит свою семью
2
вскармливать (грудного ребёнка)
to nurse, to feed (an infant) · διατρέφει το μωρό της — кормит своего малыша

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατρέφω
εσύ
διατρέφεις
αυτός
διατρέφει
εμείς
διατρέφουμε
εσείς
διατρέφετε
αυτοί
διατρέφουν
Аорист
εγώ
διέτρεψα
εσύ
διέτρεψες
αυτός
διέτρεψε
εμείς
διατρέψαμε
εσείς
διατρέψατε
αυτοί
διέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα διατρέψω
εσύ
θα διατρέψεις
αυτός
θα διατρέψει
εμείς
θα διατρέψουμε
εσείς
θα διατρέψετε
αυτοί
θα διατρέψουν

Примеры

Ο πατέρας διατρέφει τα τέσσερα παιδιά του.
Отец содержит четырёх своих детей. · The father supports his four children.
Διέτρεψε τη γυναίκα της με πολλή αγάπη.
Он содержал свою жену с большой любовью. · He supported his wife with great care.
Η μητέρα διατρέφει το νεογέννητό της παιδί.
Мать кормит своего новорождённого ребёнка. · The mother is nursing her newborn baby.
Θα διατρέψουν τους ηλικιωμένους τους γονείς.
Они будут содержать своих пожилых родителей. · They will support their elderly parents.