Греческий словарь
с грамматикой

διατηρώ

[ðiatiˈro]глаголB1

Значения

1
сохранять, сберегать, хранить
to keep, to maintain, to preserve · διατηρώ το μυστικό — я храню секрет
2
поддерживать (отношения, контакт, порядок)
to maintain (relations, contact, order) · διατηρώ επαφή με φίλους — я поддерживаю связь с друзьями

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατηρώ
εσύ
διατηρείς
αυτός
διατηρεί
εμείς
διατηρούμε
εσείς
διατηρείτε
αυτοί
διατηρούν
Аорист
εγώ
διατήρησα
εσύ
διατήρησες
αυτός
διατήρησε
εμείς
διατηρήσαμε
εσείς
διατηρήσατε
αυτοί
διατήρησαν
Будущее
εγώ
θα διατηρήσω
εσύ
θα διατηρήσεις
αυτός
θα διατηρήσει
εμείς
θα διατηρήσουμε
εσείς
θα διατηρήσετε
αυτοί
θα διατηρήσουν

Примеры

Πρέπει να διατηρήσουμε το περιβάλλον για τις επόμενες γενιές.
Мы должны сохранить окружающую среду для будущих поколений. · We must preserve the environment for future generations.
Διατηρώ στενή σχέση με την οικογένειά μου.
Я поддерживаю тесные отношения со своей семьёй. · I maintain a close relationship with my family.
Η παράδοση διατηρείται ζωντανή στο χωριό.
Традиция сохраняется живой в деревне. · The tradition is kept alive in the village.
Διατηρούσε πάντα την ψυχραιμία του.
Он всегда сохранял хладнокровие. · He always kept his composure.