Греческий словарь
с грамматикой

διατελώ

[ðiateˈlo]глаголC1

Значения

1
оставаться (в каком-то состоянии или положении) на протяжении долгого времени; пребывать
to remain, to continue to be (in a state or condition) for a long time; to subsist · διατέλεσε άγνωστος — остался неизвестным
2
служить (в должности), исполнять функцию
to serve (in an office or role), to hold a position · διατέλεσε πρέσβης — служил послом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατελώ
εσύ
διατελείς
αυτός
διατελεί
εμείς
διατελούμε
εσείς
διατελείτε
αυτοί
διατελούν
Аорист
εγώ
διατέλεσα
εσύ
διατέλεσες
αυτός
διατέλεσε
εμείς
διατελέσαμε
εσείς
διατελέσατε
αυτοί
διατέλεσαν
Будущее
εγώ
θα διατελέσω
εσύ
θα διατελέσεις
αυτός
θα διατελέσει
εμείς
θα διατελέσουμε
εσείς
θα διατελέσετε
αυτοί
θα διατελέσουν

Примеры

Διατέλεσε καθηγητής στο πανεπιστήμιο για τριάντα χρόνια.
Он служил профессором в университете тридцать лет. · He served as a professor at the university for thirty years.
Το έργο διατελεί άγνωστο στους περισσότερους.
Произведение остаётся неизвестным для большинства. · The work remains unknown to most people.
Διατελούν ως μέλη της επιτροπής ακόμα και σήμερα.
Они остаются членами комитета и по сей день. · They remain members of the committee even today.