Греческий словарь
с грамматикой

διαταράσσω

[ðjataˈraso]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
волновать, беспокоить, тревожить
to trouble, to disturb, to agitate · η είδηση τον διαταράσσει — новость его тревожит
2
нарушать, расстраивать (порядок, план)
to disrupt, to upset (order, arrangement) · διαταράσσει τη δική του ησυχία — нарушает его спокойствие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαταράσσω
εσύ
διαταράσσεις
αυτός
διαταράσσει
εμείς
διαταράσσουμε
εσείς
διαταράσσετε
αυτοί
διαταράσσουν
Аорист
εγώ
διατάραξα
εσύ
διατάραξες
αυτός
διατάραξε
εμείς
διαταράξαμε
εσείς
διαταράξατε
αυτοί
διατάραξαν
Будущее
εγώ
θα διαταράξω
εσύ
θα διαταράξεις
αυτός
θα διαταράξει
εμείς
θα διαταράξουμε
εσείς
θα διαταράξετε
αυτοί
θα διαταράξουν

Примеры

Τα προβλήματα της δουλειάς τον διαταράσσουν κάθε μέρα.
Рабочие проблемы беспокоят его каждый день. · Work problems trouble him every day.
Η απόφασή του διατάραξε τη δική μας σχέδια.
Его решение нарушило наши планы. · His decision disrupted our plans.
Δεν θα πρέπει να διαταράσσεσαι για τέτοια πράγματα.
Тебе не следует беспокоиться из-за таких вещей. · You shouldn't be troubled by such things.
Το μυστήριό του διατάραξε ολόκληρη την κοινότητα.
Его тайна встревожила всё сообщество. · His secret agitated the entire community.