Греческий словарь
с грамматикой

διατίθεμαι

[ðiatiˈθeme]глаголB2

Значения

1
быть расположенным (к чему-л.), быть склонным, иметь намерение
be disposed, be inclined, be willing · διατίθεμαι να βοηθήσω — я склонен помочь
2
находиться в определённом состоянии, быть в настроении
be in a state of mind, be in a mood · καλά διατίθεμαι — я в хорошем настроении
3
располагать, размещать, приводить в порядок (имущество, наследство)
dispose of, arrange, settle (property, inheritance) · διατίθεμαι τα περιουσία — распоряжаться имуществом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατίθεμαι
εσύ
διατίθεσαι
αυτός
διατίθεται
εμείς
διατιθέμαστε
εσείς
διατίθεστε
αυτοί
διατίθενται
Аорист
εγώ
διετέθην
εσύ
διετέθης
αυτός
διετέθη
εμείς
διετέθημεν
εσείς
διετέθητε
αυτοί
διετέθησαν
Будущее
εγώ
θα διατεθώ
εσύ
θα διατεθείς
αυτός
θα διατεθεί
εμείς
θα διατεθούμε
εσείς
θα διατεθείτε
αυτοί
θα διατεθούν

Примеры

Είμαι διατεθειμένος να δουλέψω σκληρά.
Я готов работать усердно. · I am willing to work hard.
Δεν διατίθεται να αποδεχθεί τις όρους.
Она не склонна принять эти условия. · She is not inclined to accept those terms.
Σήμερα δεν διατίθεμαι για συζήτηση.
Сегодня я не в настроении для разговора. · Today I'm not in the mood for conversation.
Διέθεσε όλη την περιουσία του στα παιδιά του.
Он распорядился всем своим имуществом в пользу своих детей. · He disposed of all his property in favour of his children.