Греческий словарь
с грамматикой

διατάσσω

[ðiˈatasːo]глаголB1

Значения

1
приказывать, распоряжаться
to order, to command, to direct · διατάσσω στους στρατιώτες — приказываю солдатам
2
устраивать, организовывать
to arrange, to organize, to set in order · διατάσσω το πρόγραμμα — организую программу
3
предписывать, устанавливать (законом)
to prescribe, to establish by law or decree · ο νόμος διατάσσει — закон предписывает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατάσσω
εσύ
διατάσσεις
αυτός
διατάσσει
εμείς
διατάσσουμε
εσείς
διατάσσετε
αυτοί
διατάσσουν
Аорист
εγώ
διέταξα
εσύ
διέταξες
αυτός
διέταξε
εμείς
διατάξαμε
εσείς
διατάξατε
αυτοί
διέταξαν
Будущее
εγώ
θα διατάξω
εσύ
θα διατάξεις
αυτός
θα διατάξει
εμείς
θα διατάξουμε
εσείς
θα διατάξετε
αυτοί
θα διατάξουν

Примеры

Ο διοικητής διέταξε τα στρατεύματα να προχωρήσουν.
Командир приказал войскам продвигаться вперёд. · The commander ordered the troops to advance.
Θα διατάξω αύριο το νέο πρόγραμμα της εταιρείας.
Завтра я организую новую программу компании. · Tomorrow I will arrange the company's new programme.
Ο νόμος διατάσσει ότι όλα τα έγγραφα πρέπει να φυλάσσονται.
Закон предписывает, что все документы должны сохраняться. · The law prescribes that all documents must be kept.
Διάταξε τα έπιπλα καλύτερα στο σαλόνι.
Расставь мебель получше в гостиной. · Arrange the furniture better in the living room.