Греческий словарь
с грамматикой

διατάζω

[ðiaˈtazo]глаголB1

Значения

1
приказывать, отдавать приказ
to order, to command · διατάζω τους στρατιώτες — приказываю солдатам
2
устраивать, организовывать
to arrange, to organize · διατάζω τα έπιπλα — расставляю мебель

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διατάζω
εσύ
διατάζεις
αυτός
διατάζει
εμείς
διατάζουμε
εσείς
διατάζετε
αυτοί
διατάζουν
Аорист
εγώ
διέταξα
εσύ
διέταξες
αυτός
διέταξε
εμείς
διατάξαμε
εσείς
διατάξατε
αυτοί
διέταξαν
Будущее
εγώ
θα διατάξω
εσύ
θα διατάξεις
αυτός
θα διατάξει
εμείς
θα διατάξουμε
εσείς
θα διατάξετε
αυτοί
θα διατάξουν

Примеры

Ο διοικητής διέταξε τους άνδρες να φύγουν.
Командир приказал людям уходить. · The commander ordered the men to leave.
Θα διατάξω τα γραφεία αύριο το πρωί.
Я расставлю мебель в офисе завтра утром. · I will arrange the office furniture tomorrow morning.
Διάταξε το σπίτι πριν έρθουν οι επισκέπτες.
Она привела дом в порядок до приезда гостей. · She tidied up the house before the guests arrived.
Του διέταξαν να παραμείνει στην τάξη.
Ему приказали остаться в классе. · He was ordered to stay in the classroom.