Греческий словарь
с грамматикой

διασώζω

[ðiasˈozo]глаголB2

Значения

1
спасать, спасти (кого-либо из опасности)
to save, rescue (someone from danger) · διασώζει τον άνθρωπο από το νερό — спасает человека из воды
2
сохранять, спасать (что-либо, особенно от уничтожения или забвения)
to preserve, save (something, especially from destruction or oblivion) · διασώζει τα αρχαία κείμενα — сохраняет древние тексты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διασώζω
εσύ
διασώζεις
αυτός
διασώζει
εμείς
διασώζουμε
εσείς
διασώζετε
αυτοί
διασώζουν
Аорист
εγώ
διέσωσα
εσύ
διέσωσες
αυτός
διέσωσε
εμείς
διεσώσαμε
εσείς
διεσώσατε
αυτοί
διέσωσαν
Будущее
εγώ
θα διασώσω
εσύ
θα διασώσεις
αυτός
θα διασώσει
εμείς
θα διασώσουμε
εσείς
θα διασώσετε
αυτοί
θα διασώσουν

Примеры

Ο αστυνομικός διέσωσε το παιδί από τα νερά.
Полицейский спасил ребёнка из воды. · The police officer rescued the child from the water.
Πρέπει να διασώσουμε τα σημαντικά έγγραφα.
Нам нужно сохранить важные документы. · We must preserve the important documents.
Οι ιστορικοί διασώζουν τη μνήμη της παλιάς πόλης.
Историки сохраняют память о старом городе. · Historians preserve the memory of the old city.
Θα διασώσει τα πολύτιμα αντικείμενα από τη φωτιά.
Он спасёт ценные предметы из огня. · He will save the precious objects from the fire.