Греческий словарь
с грамматикой

διασύνδεση

[ðiasˈɲðesi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
взаимосвязь, связь между компонентами или системами
interconnection, link between components or systems · διασύνδεση μεταξύ δύο συστημάτων — связь между двумя системами
2
интеграция, соединение в одно целое
integration, joining together into a unified whole · η διασύνδεση των υπηρεσιών — интеграция услуг

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διασύνδεση
вин.
την διασύνδεση
род.
της διασύνδεσης
зват.
διασύνδεση
Мн. ч.
им.
οι διασυνδέσεις
вин.
τις διασυνδέσεις
род.
των διασυνδέσεων
зват.
διασυνδέσεις

Примеры

Η διασύνδεση των δύο δικτύων είναι απαραίτητη.
Взаимосвязь двух сетей необходима. · The interconnection of the two networks is essential.
Χρειαζόμαστε καλή διασύνδεση μεταξύ των τμημάτων.
Нам нужна хорошая связь между отделами. · We need good coordination between departments.
Οι διασυνδέσεις αυτές βελτιώνουν την απόδοση του συστήματος.
Эти связи улучшают производительность системы. · These interconnections improve system performance.