Греческий словарь
с грамматикой

διασχίζω

[ðiasˈxizo]глаголB1

Значения

1
пересекать, переходить через что-то
to cross, to traverse · διασχίζω τον δρόμο — пересекаю дорогу
2
проходить сквозь, пронизывать
to go through, to cut through · διασχίζω το δάσος — иду сквозь лес

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διασχίζω
εσύ
διασχίζεις
αυτός
διασχίζει
εμείς
διασχίζουμε
εσείς
διασχίζετε
αυτοί
διασχίζουν
Аорист
εγώ
διέσχισα
εσύ
διέσχισες
αυτός
διέσχισε
εμείς
διεσχίσαμε
εσείς
διεσχίσατε
αυτοί
διέσχισαν
Будущее
εγώ
θα διασχίσω
εσύ
θα διασχίσεις
αυτός
θα διασχίσει
εμείς
θα διασχίσουμε
εσείς
θα διασχίσετε
αυτοί
θα διασχίσουν

Примеры

Διασχίζουμε τον ποταμό κάθε πρωί.
Мы переходим реку каждое утро. · We cross the river every morning.
Η σιδηροδρομική γραμμή διασχίζει ολόκληρη την χώρα.
Железнодорожная линия пересекает всю страну. · The railway line crosses the entire country.
Διέσχισαν το βουνό σε τρεις ώρες.
Они прошли через гору за три часа. · They traversed the mountain in three hours.
Θα διασχίσουμε το δάσος πριν βραδιάσει.
Мы пройдём сквозь лес до наступления темноты. · We'll cut through the forest before nightfall.