Греческий словарь
с грамматикой

διασφαλίζω

[ðiasfalˈizo]глаголB2

Значения

1
обеспечивать, гарантировать
to ensure, to guarantee · διασφαλίζω τα δικαιώματα — обеспечиваю права
2
защищать, оберегать
to protect, to safeguard · διασφαλίζω την ασφάλεια — защищаю безопасность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διασφαλίζω
εσύ
διασφαλίζεις
αυτός
διασφαλίζει
εμείς
διασφαλίζουμε
εσείς
διασφαλίζετε
αυτοί
διασφαλίζουν
Аорист
εγώ
διασφάλισα
εσύ
διασφάλισες
αυτός
διασφάλισε
εμείς
διασφαλίσαμε
εσείς
διασφαλίσατε
αυτοί
διασφάλισαν
Будущее
εγώ
θα διασφαλίσω
εσύ
θα διασφαλίσεις
αυτός
θα διασφαλίσει
εμείς
θα διασφαλίσουμε
εσείς
θα διασφαλίσετε
αυτοί
θα διασφαλίσουν

Примеры

Η κυβέρνηση διασφαλίζει τα εργασιακά δικαιώματα των πολιτών.
Правительство обеспечивает трудовые права граждан. · The government ensures the labour rights of citizens.
Πρέπει να διασφαλίσουμε την ποιότητα του προϊόντος.
Мы должны гарантировать качество продукта. · We must guarantee the quality of the product.
Διασφάλισε την ασφάλειά του πριν φύγει.
Он обеспечил свою безопасность, прежде чем уйти. · He secured his safety before leaving.
Θα διασφαλίσουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα.
Мы гарантируем все необходимые меры. · We will guarantee all necessary measures.