διασφάλιση
[ðiazˈfaliʃi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
гарантия, обеспечение, защита (прав, интересов)
safeguarding, protection, guarantee (of rights, interests) · η διασφάλιση των δικαιωμάτων — защита прав
2
обеспечение, гарантирование (условий, качества)
securing, ensuring (of conditions, quality) · διασφάλιση της ποιότητας — обеспечение качества
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διασφάλιση
вин.
τη διασφάλιση
род.
της διασφάλισης
зват.
διασφάλιση
Мн. ч.
им.
οι διασφαλίσεις
вин.
τις διασφαλίσεις
род.
των διασφαλίσεων
зват.
διασφαλίσεις
Примеры
Η διασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι προτεραιότητα.
Защита прав человека — приоритет. · Safeguarding human rights is a priority.
Προσπαθούμε για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών.
Мы стараемся обеспечить безопасность граждан. · We are working to ensure public safety.
Χωρίς διασφαλίσεις νομικής κατοχύρωσης, δεν θα προχωρήσουμε.
Без гарантий правовой защиты мы не пойдём дальше. · Without legal safeguards, we won't proceed.
Η διασφάλιση της ποιότητας απαιτεί συστηματικό έλεγχο.
Обеспечение качества требует систематического контроля. · Quality assurance requires systematic monitoring.