Греческий словарь
с грамматикой

διαστρέφω

[diaˈstrefο]глаголB1

Значения

1
искривлять, деформировать, изгибать
to distort, to twist, to bend out of shape · διαστρέφω το σώμα μου — скручиваю своё тело
2
извращать, искажать (смысл, истину)
to pervert, to misrepresent, to distort (meaning, truth) · διαστρέφω την αλήθεια — искажаю правду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαστρέφω
εσύ
διαστρέφεις
αυτός
διαστρέφει
εμείς
διαστρέφουμε
εσείς
διαστρέφετε
αυτοί
διαστρέφουν
Аорист
εγώ
διέστρεψα
εσύ
διέστρεψες
αυτός
διέστρεψε
εμείς
διαστρέψαμε
εσείς
διαστρέψατε
αυτοί
διέστρεψαν
Будущее
εγώ
θα διαστρέψω
εσύ
θα διαστρέψεις
αυτός
θα διαστρέψει
εμείς
θα διαστρέψουμε
εσείς
θα διαστρέψετε
αυτοί
θα διαστρέψουν

Примеры

Μην διαστρέφεις το πρόσωπό σου έτσι.
Не искривляй своё лицо вот так. · Don't distort your face like that.
Διέστρεψε τα λόγια μου και τα είπε σε άλλους.
Он исказил мои слова и рассказал их другим. · He twisted my words and told them to others.
Το πρόσωπό του διαστρέφεται από θυμό.
Его лицо искажается от гнева. · His face is distorted with anger.
Δεν πρέπει να διαστρέφουμε την ιστορία για δική μας συμφέρεια.
Мы не должны искажать историю в своих интересах. · We must not distort history for our own benefit.