διαστημόπλοιο
[ðia.sti.ˈmo.pli.o]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
космический корабль, космонавт
spacecraft, spaceship · πλοίο που πετά στο διάστημα — корабль, летящий в космос
Грамматика
Ед. ч.
им.
το διαστημόπλοιο
вин.
το διαστημόπλοιο
род.
του διαστημοπλοίου
зват.
διαστημόπλοιο
Мн. ч.
им.
τα διαστημόπλοια
вин.
τα διαστημόπλοια
род.
των διαστημοπλοίων
зват.
διαστημόπλοια
Примеры
Το διαστημόπλοιο εκτοξεύθηκε προς τον Άρη.
Космический корабль был запущен в сторону Марса. · The spacecraft was launched toward Mars.
Τα διαστημόπλοια του μέλλοντος θα είναι πολύ πιο γρήγορα.
Космические корабли будущего будут намного быстрее. · Spaceships of the future will be much faster.
Οι αστροναύτες εργάζονται μέσα στο διαστημόπλοιο.
Астронавты работают внутри космического корабля. · The astronauts work inside the spacecraft.
Θέλω να ταξιδέψω με ένα διαστημόπλοιο κάποια μέρα.
Я хочу когда-нибудь путешествовать на космическом корабле. · I want to travel on a spaceship someday.