διαστημικός
[ðiastiˈmikos]прилагательноеB1
Значения
1
космический, относящийся к космосу или космическим полётам
space-related, concerning outer space or space travel · διαστημικό πρόγραμμα — космическая программа
2
межпланетный, происходящий в межпланетном пространстве
interplanetary, occurring in space between planets · διαστημικές αποστολές — межпланетные миссии
Грамматика
мужской род
им.
διαστημικός
вин.
διαστημικό
род.
διαστημικού
зват.
διαστημικέ
женский род
им.
διαστημική
вин.
διαστημική
род.
διαστημικής
зват.
διαστημική
средний род
им.
διαστημικό
вин.
διαστημικό
род.
διαστημικού
зват.
διαστημικό
Примеры
Το διαστημικό σκάφος προσγειώθηκε στη Σελήνη.
Космический корабль приземлился на Луну. · The spacecraft landed on the Moon.
Οι διαστημικές αποστολές είναι πολύ δαπανηρές.
Космические миссии очень дорогостоящие. · Space missions are very expensive.
Εργάζεται στη διαστημική αgenτεία της χώρας.
Он работает в космическом агентстве страны. · He works at the country's space agency.
Οι διαστημικοί σταθμοί περιφέρονται γύρω από τη Γη.
Космические станции вращаются вокруг Земли. · Space stations orbit the Earth.