Греческий словарь
с грамматикой

διασπάω

[ðiaspˈao]глаголB2

Значения

1
разрывать, разрушать, расколоть
to tear apart, to rupture, to splinter · διασπάω ένα σχοινί — разрываю верёвку
2
раскалывать (например, группу, единство)
to split, to divide (a group, unity) · διασπάω την ενότητα — раскалываю единство
3
шумно прерывать, взрывом нарушать
to burst, to break noisily · ο θόρυβος διασπάει τη σιωπή — шум разрывает тишину

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διασπάω
εσύ
διασπάς
αυτός
διασπάει
εμείς
διασπάμε
εσείς
διασπάτε
αυτοί
διασπάνε
Аорист
εγώ
διέσπασα
εσύ
διέσπασες
αυτός
διέσπασε
εμείς
διασπάσαμε
εσείς
διασπάσατε
αυτοί
διέσπασαν
Будущее
εγώ
θα διασπάσω
εσύ
θα διασπάσεις
αυτός
θα διασπάσει
εμείς
θα διασπάσουμε
εσείς
θα διασπάσετε
αυτοί
θα διασπάσουν

Примеры

Το ισχυρό χέρι διέσπασε το μέταλλο στη μέση.
Сильная рука разломала металл пополам. · The strong grip snapped the metal in two.
Αυτή η διαφωνία διασπάει το κόμμα εδώ και χρόνια.
Это разногласие раскалывает партию уже много лет. · This disagreement has been splitting the party for years.
Θα διασπάσουμε την ατμόσφαιρα της άγνοιας.
Мы развеем атмосферу неведения. · We will pierce the veil of ignorance.
Διάσπα τη σκούρα ξυλεία με τη σφήνα.
Раскололи тёмное дерево клином. · Split the dark timber with a wedge.