διασκορπίζω
[ðjaskoˈrpizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
рассеивать, разбрасывать (в разные стороны)
scatter, disperse (in different directions) · διασκορπίζω τα φύλλα — разбрасываю листья
2
рассеивать (внимание, мысли, силы)
dissipate, disperse (attention, thoughts, energy) · διασκορπίζω την προσοχή μου — рассеиваю своё внимание
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διασκορπίζω
εσύ
διασκορπίζεις
αυτός
διασκορπίζει
εμείς
διασκορπίζουμε
εσείς
διασκορπίζετε
αυτοί
διασκορπίζουν
Аорист
εγώ
διασκόρπισα
εσύ
διασκόρπισες
αυτός
διασκόρπισε
εμείς
διασκορπίσαμε
εσείς
διασκορπίσατε
αυτοί
διασκόρπισαν
Будущее
εγώ
θα διασκορπίσω
εσύ
θα διασκορπίσεις
αυτός
θα διασκορπίσει
εμείς
θα διασκορπίσουμε
εσείς
θα διασκορπίσετε
αυτοί
θα διασκορπίσουν
Примеры
Ο άνεμος διασκόρπισε τα φύλλα στο δρόμο.
Ветер разнёс листья по дороге. · The wind scattered the leaves along the street.
Μην διασκορπίζεις την προσοχή σου στα μικρά προβλήματα.
Не отвлекайся на мелкие проблемы. · Don't get distracted by minor problems.
Τα όχι και οι αμφιβολίες διασκορπίζουν τις δυνάμεις μας.
Неуверенность и сомнения ослабляют наши силы. · Doubts and hesitation dissipate our strength.
Θα διασκορπίσουν τα χρήματα αν δεν έχουν σχέδιο.
Они потратят деньги впустую, если не будут иметь плана. · They will waste the money if they have no plan.