διασκεδαστικός
[ðiaskɛðasˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
развлекательный, забавный
entertaining, amusing · ένα διασκεδαστικό παιχνίδι — забавная игра
2
весёлый, приносящий радость
fun, enjoyable · διασκεδαστικό πάρτι — весёлая вечеринка
Грамматика
мужской род
им.
διασκεδαστικός
вин.
διασκεδαστικό
род.
διασκεδαστικού
зват.
διασκεδαστικέ
женский род
им.
διασκεδαστική
вин.
διασκεδαστική
род.
διασκεδαστικής
зват.
διασκεδαστική
средний род
им.
διασκεδαστικό
вин.
διασκεδαστικό
род.
διασκεδαστικού
зват.
διασκεδαστικό
Примеры
Αυτή η ταινία είναι πολύ διασκεδαστική.
Этот фильм очень развлекательный. · This film is very entertaining.
Η διασκεδαστική δραστηριότητα άρεσε στα παιδιά.
Забавное занятие понравилось детям. · The amusing activity pleased the children.
Ήταν ένα διασκεδαστικό βράδυ με φίλους.
Это был весёлый вечер с друзьями. · It was a fun evening with friends.