Греческий словарь
с грамматикой

διασκεδαστής

[ðjaskeðaˈstis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
развлекатель, артист эстрады
entertainer, performer · ο διασκεδαστής στο θέατρο — развлекатель в театре
2
шоумен, популяризатор (в медиа)
showman, media personality · διασκεδαστής της τηλεόρασης — телевизионный шоумен

Грамматика

Ед. ч.
им.
o διασκεδαστής
вин.
το διασκεδαστή
род.
του διασκεδαστή
зват.
διασκεδαστή
Мн. ч.
им.
οι διασκεδαστές
вин.
τους διασκεδαστές
род.
των διασκεδαστών
зват.
διασκεδαστές

Примеры

Ο διασκεδαστής έκανε το κοινό να γελάσει.
Артист развеселил публику. · The entertainer made the audience laugh.
Αυτός είναι ένας περίφημος διασκεδαστή στην Ελλάδα.
Он известный развлекатель в Греции. · He is a famous entertainer in Greece.
Οι διασκεδαστές παρουσίασαν ένα εξαιρετικό σόου.
Артисты представили отличное шоу. · The entertainers presented an excellent show.