Греческий словарь
с грамматикой

διασκεδάζω

[diaskeˈðazo]глаголA2

Значения

1
развлекаться, веселиться, проводить время в развлечениях
to have fun, to enjoy oneself, to relax and have a good time · διασκεδάζω το Σαββατοκύριακο — развлекаюсь в выходные
2
развеивать, рассеивать (скуку, печаль, беспокойство)
to dispel, to chase away (boredom, sadness, worry) · διασκεδάζει την ανησυχία μας — рассеивает нашу тревогу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διασκεδάζω
εσύ
διασκεδάζεις
αυτός
διασκεδάζει
εμείς
διασκεδάζουμε
εσείς
διασκεδάζετε
αυτοί
διασκεδάζουν
Аорист
εγώ
διασκέδασα
εσύ
διασκέδασες
αυτός
διασκέδασε
εμείς
διασκεδάσαμε
εσείς
διασκεδάσατε
αυτοί
διασκέδασαν
Будущее
εγώ
θα διασκεδάσω
εσύ
θα διασκεδάσεις
αυτός
θα διασκεδάσει
εμείς
θα διασκεδάσουμε
εσείς
θα διασκεδάσετε
αυτοί
θα διασκεδάσουν

Примеры

Χθες διασκεδάσαμε πολύ με τους φίλους μας.
Вчера мы весело провели время с друзьями. · Yesterday we had a lot of fun with our friends.
Η μουσική διασκεδάζει τη λύπη των ανθρώπων.
Музыка развеивает печаль людей. · Music dispels people's sorrow.
Θα διασκεδάσουμε στο πάρτι του Γιάννη.
Мы повеселимся на вечеринке у Яннisa. · We'll have fun at Yannis's party.
Διασκεδάζεστε καθημερινά ή μόνο στα Σαββατοκυριακα;
Вы развлекаетесь каждый день или только по выходным? · Do you enjoy yourselves every day or only on weekends?