Греческий словарь
с грамматикой

διασημότητα

[ðiasimóˈtita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
известность, слава, популярность
fame, renown, celebrity · διασημότητα στο διαδίκτυο — популярность в интернете
2
знаменитость, известный человек
a famous person, celebrity · μια διασημότητα του κινηματογράφου — знаменитость кинематографа

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διασημότητα
вин.
τη διασημότητα
род.
της διασημότητας
зват.
διασημότητα
Мн. ч.
им.
οι διασημότητες
вин.
τις διασημότητες
род.
των διασημοτήτων
зват.
διασημότητες

Примеры

Η διασημότητα έφερε πολλές ευκαιρίες στην καριέρα του.
Известность принесла много возможностей в его карьеру. · Fame brought him many career opportunities.
Πολλές διασημότητες συμμετέχουν στο φεστιβάλ κάθε χρόνο.
Множество знаменитостей участвуют в фестивале каждый год. · Many celebrities participate in the festival every year.
Δεν ήθελε να χάσει την διασημότητά της στο κοινό.
Она не хотела потерять свою популярность среди публики. · She didn't want to lose her popularity with the public.
Η διασημότητα του συγγραφέα αυξήθηκε μετά το βραβείο.
Известность писателя возросла после премии. · The writer's fame increased after the award.