Греческий словарь
с грамматикой

διαρρήσσω

[diaˈriso]глаголC1

Значения

1
разрывать, разодрать (в клочья)
to tear apart, to rend, to rip to shreds · διαρρήσσω το ύφασμα — разрываю ткань
2
взрывать, разносить (в прямом или переносном смысле)
to burst, to shatter (literally or figuratively) · η έκρηξη διέρρηξε το κτίριο — взрыв разнёс здание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαρρήσσω
εσύ
διαρρήσσεις
αυτός
διαρρήσσει
εμείς
διαρρήσσουμε
εσείς
διαρρήσσετε
αυτοί
διαρρήσσουν
Аорист
εγώ
διέρρηξα
εσύ
διέρρηξες
αυτός
διέρρηξε
εμείς
διερρήξαμε
εσείς
διερρήξατε
αυτοί
διέρρηξαν
Будущее
εγώ
θα διαρρήσσω
εσύ
θα διαρρήσσεις
αυτός
θα διαρρήσσει
εμείς
θα διαρρήσσουμε
εσείς
θα διαρρήσσετε
αυτοί
θα διαρρήσσουν

Примеры

Ο θυμός διέρρηξε το ρούχο του.
В гневе он разорвал свою одежду. · In anger he tore his clothes to pieces.
Η βόμβα διέρρηξε το κτίριο σε αποσπάσματα.
Бомба разнесла здание на обломки. · The bomb shattered the building into fragments.
Διαρρήσσει το χαρτί με τις δυσάρεστες ειδήσεις.
Он разрывает письмо с плохими новостями. · He tears up the letter with bad news.
Η έκρηξη διέρρηξε τα τοιχώματα του σκάφους.
Взрыв пробил стены корабля. · The blast ruptured the ship's hull.