διαρρήκτης
[ðiaˈriktis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
грабитель, взломщик
burglar, thief · άνθρωπος που κλέβει σπίτια — человек, который ворует дома
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο διαρρήκτης
вин.
τον διαρρήκτη
род.
του διαρρήκτη
зват.
διαρρήκτη
Мн. ч.
им.
οι διαρρήκτες
вин.
τους διαρρήκτες
род.
των διαρρηκτών
зват.
διαρρήκτες
Примеры
Οι διαρρήκτες εισήλθαν από το παράθυρο.
Грабители вошли через окно. · The burglars entered through the window.
Ο διαρρήκτης συνελήφθη από την αστυνομία.
Взломщик был арестован полицией. · The burglar was arrested by the police.
Χρησιμοποίησε εργαλεία σαν έναν έμπειρο διαρρήκτη.
Он использовал инструменты как опытный грабитель. · He used tools like an experienced burglar.