Греческий словарь
с грамматикой

διαρρέω

[ðiaˈreo]глаголC1

Значения

1
течь, вытекать, проходить сквозь
to flow through, leak, seep · νερό διαρρέει από το ράγισμα — вода вытекает из трещины
2
растрачивать, расходовать впустую
to squander, waste, dissipate · διαρρέει τα χρήματά του — он растрачивает свои деньги

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαρρέω
εσύ
διαρρέεις
αυτός
διαρρέει
εμείς
διαρρέουμε
εσείς
διαρρέετε
αυτοί
διαρρέουν
Аорист
εγώ
διέρρευσα
εσύ
διέρρευσες
αυτός
διέρρευσε
εμείς
διερρεύσαμε
εσείς
διερρεύσατε
αυτοί
διέρρευσαν
Будущее
εγώ
θα διαρρεύσω
εσύ
θα διαρρεύσεις
αυτός
θα διαρρεύσει
εμείς
θα διαρρεύσουμε
εσείς
θα διαρρεύσετε
αυτοί
θα διαρρεύσουν

Примеры

Το νερό διαρρέει ανάμεσα στα σχισμένα πλακάκια.
Вода просачивается между расколотой плиткой. · Water seeps between the cracked tiles.
Τα χρήματα διαρρέουν από την τσέπη του πολύ εύκολα.
Деньги вытекают из его кармана очень легко. · Money flows out of his pocket very easily.
Διέρρευσαν όλα τα αποθέματα κατά την περίοδο της κρίσης.
Все запасы были растрачены в период кризиса. · All reserves were squandered during the crisis period.