Греческий словарь
с грамматикой

διαρκώ

[ðiaɾˈko]глаголA2

Значения

1
длиться, продолжаться
to last, to continue · η συναυλία διαρκεί δύο ώρες — концерт длится два часа
2
существовать, сохраняться
to persist, to endure · αυτή η παράδοση διαρκεί εδώ και αιώνες — эта традиция существует вот уже столетия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαρκώ
εσύ
διαρκείς
αυτός
διαρκεί
εμείς
διαρκούμε
εσείς
διαρκείτε
αυτοί
διαρκούν
Аорист
εγώ
διάρκεσα
εσύ
διάρκεσες
αυτός
διάρκεσε
εμείς
διαρκέσαμε
εσείς
διαρκέσατε
αυτοί
διάρκεσαν
Будущее
εγώ
θα διαρκέσω
εσύ
θα διαρκέσεις
αυτός
θα διαρκέσει
εμείς
θα διαρκέσουμε
εσείς
θα διαρκέσετε
αυτοί
θα διαρκέσουν

Примеры

Το φεστιβάλ διαρκεί τρεις εβδομάδες.
Фестиваль длится три недели. · The festival lasts three weeks.
Πόσο διαρκεί ο ταινία;
Сколько длится фильм? · How long is the film?
Η σχέση τους διαρκούσε δέκα χρόνια.
Их отношения продолжались десять лет. · Their relationship lasted ten years.
Αυτή η μόδα δεν θα διαρκέσει πολύ.
Эта мода не протянет долго. · This fashion won't last long.