Греческий словарь
с грамматикой

διαρθρώνω

[ðjaˈrθrono]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйC1

Значения

1
членить, структурировать, организовывать (речь, текст, идеи)
to articulate, structure, organize (speech, text, ideas) · διαρθρώνει το λόγο του καθαρά — ясно членит свою речь
2
анатомически соединять суставами
to articulate anatomically (bones, joints) · τα οστά διαρθρώνονται στην άρθρωση — кости соединяются в суставе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαρθρώνω
εσύ
διαρθρώνεις
αυτός
διαρθρώνει
εμείς
διαρθρώνουμε
εσείς
διαρθρώνετε
αυτοί
διαρθρώνουν
Аорист
εγώ
διαρθρώνα
εσύ
διαρθρώνες
αυτός
διαρθρώνε
εμείς
διαρθρώσαμε
εσείς
διαρθρώσατε
αυτοί
διαρθρώσαν
Будущее
εγώ
θα διαρθρώσω
εσύ
θα διαρθρώσεις
αυτός
θα διαρθρώσει
εμείς
θα διαρθρώσουμε
εσείς
θα διαρθρώσετε
αυτοί
θα διαρθρώσουν

Примеры

Ο συγγραφέας διαρθρώνει τις ιδέες του με σαφήνεια.
Автор структурирует свои идеи с ясностью. · The author structures his ideas with clarity.
Πώς διαρθρώνουν οι ζώα τα κόκκαλά τους;
Как животные соединяют свои кости суставами? · How do animals articulate their bones?
Η ομιλία διαρθρώθηκε σε τρία μέρη.
Речь была разделена на три части. · The speech was structured into three parts.