διαπραγματεύομαι
[ðiapraɣmateˈvome]глаголB2
Значения
1
вести переговоры, договариваться
to negotiate, to bargain · διαπραγματεύομαι για τις τιμές — договариваться о ценах
2
обсуждать, обмениваться мнениями
to discuss, to exchange views · διαπραγματεύονται τα προβλήματα — обсуждают проблемы
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διαπραγματεύομαι
εσύ
διαπραγματεύεσαι
αυτός
διαπραγματεύεται
εμείς
διαπραγματευόμαστε
εσείς
διαπραγματεύεστε
αυτοί
διαπραγματεύονται
Аорист
εγώ
διαπραγματεύθηκα
εσύ
διαπραγματεύθηκες
αυτός
διαπραγματεύθηκε
εμείς
διαπραγματευθήκαμε
εσείς
διαπραγματευθήκατε
αυτοί
διαπραγματεύθηκαν
Будущее
εγώ
θα διαπραγματευθώ
εσύ
θα διαπραγματευθείς
αυτός
θα διαπραγματευθεί
εμείς
θα διαπραγματευθούμε
εσείς
θα διαπραγματευθείτε
αυτοί
θα διαπραγματευθούν
Примеры
Διαπραγματεύονται τους όρους της συμφωνίας.
Они ведут переговоры об условиях соглашения. · They are negotiating the terms of the agreement.
Διαπραγματεύθηκαν για καλύτερο μισθό.
Они договорились о более высокой зарплате. · They negotiated for a better salary.
Θα διαπραγματευθούμε με τους εταίρους μας.
Мы будем вести переговоры с нашими партнёрами. · We will negotiate with our partners.
Διαπραγματεύεστε το ζήτημα σήμερα;
Вы обсуждаете этот вопрос сегодня? · Are you discussing the issue today?