Греческий словарь
с грамматикой

διαπραγματευτής

[ðjapraɣmatefˈtis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
переговорщик, участник переговоров
negotiator, one who negotiates · συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις — участвует в переговорах

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διαπραγματευτής
вин.
τον διαπραγματευτή
род.
του διαπραγματευτή
зват.
διαπραγματευτή
Мн. ч.
им.
οι διαπραγματευτές
вин.
τους διαπραγματευτές
род.
των διαπραγματευτών
зват.
διαπραγματευτές

Примеры

Οι διαπραγματευτές των δύο χωρών συναντήθηκαν χθες.
Вчера встретились переговорщики двух стран. · Negotiators from the two countries met yesterday.
Ήταν έμπειρος διαπραγματευτής στις εργασιακές διαφορές.
Он был опытным переговорщиком в вопросах трудовых споров. · He was an experienced negotiator in labour disputes.
Ο διαπραγματευτής πρέπει να έχει υπομονή και δεξιότητα.
Переговорщик должен быть терпеливым и умелым. · A negotiator must have patience and skill.