Греческий словарь
с грамматикой

διαπραγμάτευση

[ðiapraɣˈmatevsi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
переговоры, ведение переговоров
negotiation, conducting of negotiations · διαπραγμάτευση συμφωνίας — переговоры по соглашению
2
торговля, сделка
transaction, commercial dealing · διαπραγμάτευση αγαθών — торговля товарами

Грамматика

Ед. ч.
им.
η διαπραγμάτευση
вин.
τη διαπραγμάτευση
род.
της διαπραγμάτευσης
зват.
διαπραγμάτευση
Мн. ч.
им.
οι διαπραγματεύσεις
вин.
τις διαπραγματεύσεις
род.
των διαπραγματεύσεων
зват.
διαπραγματεύσεις

Примеры

Οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη κρατούν μήνες.
Переговоры о мире длятся месяцами. · Peace negotiations have been going on for months.
Η διαπραγμάτευση του συμβολαίου ήταν δύσκολη.
Переговоры по контракту были сложными. · The negotiation of the contract was difficult.
Ολοκλήρωσαν τη διαπραγμάτευση σε τρεις ημέρες.
Они завершили переговоры за три дня. · They completed the negotiations in three days.