Греческий словарь
с грамматикой

διαπράττω

[ðiapˈrato]глаголC1

Значения

1
совершить, осуществить (обычно о преступлении, проступке)
to commit, to perpetrate (especially a crime or wrongdoing) · διαπράττω έγκλημα — совершить преступление
2
совершить, выполнить (действие, дело)
to carry out, to perform (an action, deed) · διαπράττω έργα — совершать деяния

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαπράττω
εσύ
διαπράττεις
αυτός
διαπράττει
εμείς
διαπράττουμε
εσείς
διαπράττετε
αυτοί
διαπράττουν
Аорист
εγώ
διέπραξα
εσύ
διέπραξες
αυτός
διέπραξε
εμείς
διεπράξαμε
εσείς
διεπράξατε
αυτοί
διέπραξαν
Будущее
εγώ
θα διαπράξω
εσύ
θα διαπράξεις
αυτός
θα διαπράξει
εμείς
θα διαπράξουμε
εσείς
θα διαπράξετε
αυτοί
θα διαπράξουν

Примеры

Ο δράστης διέπραξε ένα σοβαρό έγκλημα.
Преступник совершил серьёзное преступление. · The perpetrator committed a serious crime.
Τι έργα διαπράττουν οι ήρωες σε αυτό το βιβλίο;
Какие деяния совершают герои в этой книге? · What deeds do the heroes perform in this book?
Αν διαπράξει άλλο παράπτωμα, θα τιμωρηθεί.
Если он совершит ещё один проступок, будет наказан. · If he commits another offense, he will be punished.