Греческий словарь
с грамматикой

διαπιστώνω

[ðiapɪˈstonɔ]глаголB2

Значения

1
убедиться, удостовериться (в чём-либо)
to verify, to ascertain, to make sure · διαπίστωσε την αλήθεια — убедился в истине
2
обнаружить, выяснить
to discover, to find out · διαπίστωσαν το πρόβλημα — обнаружили проблему

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαπιστώνω
εσύ
διαπιστώνεις
αυτός
διαπιστώνει
εμείς
διαπιστώνουμε
εσείς
διαπιστώνετε
αυτοί
διαπιστώνουν
Аорист
εγώ
διαπίστωσα
εσύ
διαπίστωσες
αυτός
διαπίστωσε
εμείς
διαπιστώσαμε
εσείς
διαπιστώσατε
αυτοί
διαπίστωσαν
Будущее
εγώ
θα διαπιστώσω
εσύ
θα διαπιστώσεις
αυτός
θα διαπιστώσει
εμείς
θα διαπιστώσουμε
εσείς
θα διαπιστώσετε
αυτοί
θα διαπιστώσουν

Примеры

Διαπίστωσα ότι κάνουν σωστά τη δουλειά.
Я убедился, что они правильно выполняют работу. · I verified that they are doing the work correctly.
Οι ερευνητές διαπιστώνουν νέα στοιχεία κάθε μέρα.
Исследователи обнаруживают новые доказательства каждый день. · Researchers discover new evidence every day.
Θα διαπιστώσουμε αν η υπόθεση είναι σωστή.
Мы установим, верна ли гипотеза. · We will ascertain whether the hypothesis is correct.