Греческий словарь
с грамматикой

διαπεράνω

[ðiapeˈrano]глаголB2

Значения

1
переходить через что-л., пересекать (реку, море, границу)
to cross, to traverse, to go across (a river, sea, border) · διαπερά την θάλασσα — пересечь море
2
преодолевать, пробиваться (препятствие, трудность)
to overcome, to break through (an obstacle, difficulty) · διαπέρασε τα εμπόδια — преодолел препятствия

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαπερνώ
εσύ
διαπερνάς
αυτός
διαπερνά
εμείς
διαπερνάμε
εσείς
διαπερνάτε
αυτοί
διαπερνάνε
Аорист
εγώ
διαπέρασα
εσύ
διαπέρασες
αυτός
διαπέρασε
εμείς
διαπεράσαμε
εσείς
διαπεράσατε
αυτοί
διαπέρασαν
Будущее
εγώ
θα διαπεράσω
εσύ
θα διαπεράσεις
αυτός
θα διαπεράσει
εμείς
θα διαπεράσουμε
εσείς
θα διαπεράσετε
αυτοί
θα διαπεράσουν

Примеры

Διαπέρασαν τη συνοριακή γραμμή χωρίς πρόβλημα.
Они пересекли границу без проблем. · They crossed the border without any problem.
Θα διαπεράσουμε τον ποταμό με βάρκα.
Мы пересечём реку на лодке. · We will cross the river by boat.
Ο κολυμβητής διαπερνά τη θάλασσα κάθε πρωί.
Пловец переплывает море каждое утро. · The swimmer crosses the sea every morning.
Διαπέρασε πολλές δυσκολίες για να φτάσει εδώ.
Он преодолел множество трудностей, чтобы добраться сюда. · He overcame many difficulties to get here.