διανοητικός
[ðianoiˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
интеллектуальный, умственный
intellectual, mental · διανοητική δραστηριότητα — интеллектуальная деятельность
2
относящийся к разуму, мыслительный
pertaining to the mind, cognitive · διανοητικές ικανότητες — мыслительные способности
Грамматика
мужской род
им.
διανοητικός
вин.
διανοητικό
род.
διανοητικού
зват.
διανοητικέ
женский род
им.
διανοητική
вин.
διανοητική
род.
διανοητικής
зват.
διανοητική
средний род
им.
διανοητικό
вин.
διανοητικό
род.
διανοητικού
зват.
διανοητικό
Примеры
Η διανοητική δουλειά απαιτεί μεγάλη συγκέντρωση.
Умственная работа требует большой концентрации. · Intellectual work requires great concentration.
Τα παιδιά ανέπτυξαν διανοητικές δεξιότητες.
Дети развили мыслительные навыки. · The children developed cognitive skills.
Ο διανοητικός κόπος του τα εξάντλησε.
Умственное напряжение его истощило. · The mental strain exhausted him.