Греческий словарь
с грамматикой

διανοητής

[ðjanoiˈtis]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
интеллектуал, мыслитель
intellectual, thinker · άνθρωπος με βαθιά σκέψη — человек с глубокими размышлениями

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο διανοητής
вин.
τον διανοητή
род.
του διανοητή
зват.
διανοητή
Мн. ч.
им.
οι διανοητές
вин.
τους διανοητές
род.
των διανοητών
зват.
διανοητές

Примеры

Ο διανοητής είχε απόψεις για την κοινωνία.
У интеллектуала были взгляды на общество. · The intellectual had views about society.
Οι διανοητές συζητούν τα προβλήματα της εποχής.
Мыслители обсуждают проблемы времени. · Thinkers debate the problems of the age.
Πολλοί διανοητές συμφωνούν σε αυτό το ζήτημα.
Много интеллектуалов согласны по этому вопросу. · Many intellectuals agree on this issue.