Греческий словарь
с грамматикой

διανοέομαι

[ðianoˈɛomai]глаголB2

Значения

1
думать, размышлять, обдумывать
to think, to consider, to reflect · διανοείται ότι είναι σωστό — он думает, что это правильно
2
намереваться, собираться (что-то сделать)
to intend, to plan, to have in mind · διανοήθηκε να φύγει — он намеревался уехать

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διανοούμαι
εσύ
διανοείσαι
αυτός
διανοείται
εμείς
διανοούμαστε
εσείς
διανοείστε
αυτοί
διανοούνται
Аорист
εγώ
διανοήθηκα
εσύ
διανοήθηκες
αυτός
διανοήθηκε
εμείς
διανοηθήκαμε
εσείς
διανοηθήκατε
αυτοί
διανοήθηκαν
Будущее
εγώ
θα διανοηθώ
εσύ
θα διανοηθείς
αυτός
θα διανοηθεί
εμείς
θα διανοηθούμε
εσείς
θα διανοηθείτε
αυτοί
θα διανοηθούν

Примеры

Διανοείται ότι ο άνθρωπος είναι λογικό ον.
Он думает, что человек — разумное существо. · He believes that man is a rational being.
Διανοήθηκαν να ταξιδέψουν το καλοκαίρι.
Они собирались путешествовать летом. · They intended to travel in the summer.
Δεν διανοούμαι ότι είναι δυνατόν.
Я не представляю, что это возможно. · I cannot imagine that it is possible.
Θα διανοηθούμε για τις επόμενες ενέργειες.
Мы будем думать о следующих шагах. · We will think about the next steps.