Греческий словарь
с грамматикой

διαμορφώνω

[ðiamɔrˈfono]глаголB2

Значения

1
формировать, придавать форму
to shape, to form, to mould · διαμορφώνω το πηλό — придаю форму глине
2
формировать (характер, мнение, позицию)
to form, to develop, to shape (character, opinion, stance) · διαμορφώνω τη θέση μου — формирую свою позицию
3
структурировать, организовывать
to structure, to organize, to arrange · διαμορφώνω το πρόγραμμα — организую программу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
διαμορφώνω
εσύ
διαμορφώνεις
αυτός
διαμορφώνει
εμείς
διαμορφώνουμε
εσείς
διαμορφώνετε
αυτοί
διαμορφώνουν
Аорист
εγώ
διαμόρφωσα
εσύ
διαμόρφωσες
αυτός
διαμόρφωσε
εμείς
διαμορφώσαμε
εσείς
διαμορφώσατε
αυτοί
διαμόρφωσαν
Будущее
εγώ
θα διαμορφώσω
εσύ
θα διαμορφώσεις
αυτός
θα διαμορφώσει
εμείς
θα διαμορφώσουμε
εσείς
θα διαμορφώσετε
αυτοί
θα διαμορφώσουν

Примеры

Η παιδαγωγία διαμορφώνει το χαρακτήρα των παιδιών.
Воспитание формирует характер детей. · Education shapes the character of children.
Διαμόρφωσαν τη νέα στρατηγική της εταιρείας.
Они разработали новую стратегию компании. · They developed the company's new strategy.
Θα διαμορφώσουν τα αποτελέσματα αν χρησιμοποιήσουν διαφορετικές μεθόδους.
Они сформируют результаты, если будут использовать другие методы. · They will shape the results if they use different methods.
Το περιβάλλον διαμορφώνει τις απόψεις μας.
Окружающая среда формирует наши взгляды. · The environment forms our views.