διαμονή
[ðiɑmoˈni]существительноеη · женский родB1
Значения
1
проживание, пребывание
accommodation, stay · διαμονή σε ξενοδοχείο — проживание в гостинице
2
жилище, местожительство
residence, dwelling · η διαμονή του στο εξωτερικό — его местожительство за границей
Грамматика
Ед. ч.
им.
η διαμονή
вин.
τη διαμονή
род.
της διαμονής
зват.
διαμονή
Мн. ч.
им.
οι διαμονές
вин.
τις διαμονές
род.
των διαμονών
зват.
διαμονές
Примеры
Η διαμονή περιλαμβάνει πρωινό και δείπνο.
В стоимость проживания включены завтрак и ужин. · The accommodation includes breakfast and dinner.
Ζήτησε άδεια για τη διαμονή του στο εξωτερικό.
Он попросил разрешение на проживание за границей. · He requested permission for his residence abroad.
Οι διαμονές στα νησιά είναι πολύ ακριβές.
Жилые помещения на островах очень дорогие. · Accommodations on the islands are very expensive.
Της άρεσε η διαμονή της στο ιστορικό κέντρο.
Ей понравилось её пребывание в историческом центре. · She enjoyed her stay in the historic centre.