διαμεσολαβώ
[ðjamesolaˈvo]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)C1
Значения
1
выступать посредником, быть арбитром в конфликте
to mediate, to arbitrate in a dispute · διαμεσολαβώ σε σύγκρουση — выступаю посредником в конфликте
2
вмешиваться, интервенировать (в переговоры, дело)
to intervene, to step in (in negotiations, proceedings) · διαμεσολαβώ στις διαπραγματεύσεις — вмешиваюсь в переговоры
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διαμεσολαβώ
εσύ
διαμεσολαβάς
αυτός
διαμεσολαβά
εμείς
διαμεσολαβούμε
εσείς
διαμεσολαβάτε
αυτοί
διαμεσολαβούν
Аорист
εγώ
διαμεσολάβησα
εσύ
διαμεσολάβησες
αυτός
διαμεσολάβησε
εμείς
διαμεσολαβήσαμε
εσείς
διαμεσολαβήσατε
αυτοί
διαμεσολάβησαν
Будущее
εγώ
θα διαμεσολαβήσω
εσύ
θα διαμεσολαβήσεις
αυτός
θα διαμεσολαβήσει
εμείς
θα διαμεσολαβήσουμε
εσείς
θα διαμεσολαβήσετε
αυτοί
θα διαμεσολαβήσουν
Примеры
Ο διπλωμάτης διαμεσολάβησε για να λυθεί η διαφορά.
Дипломат выступил посредником, чтобы разрешить разногласие. · The diplomat mediated to resolve the disagreement.
Θα διαμεσολαβήσω ανάμεσα στους δύο συμμάχους.
Я буду арбитром между двумя союзниками. · I will mediate between the two allies.
Διαμεσολαβούν στις διαπραγματεύσεις τρίτοι φορείς.
В переговорах вмешиваются третьи стороны. · Third parties are intervening in the negotiations.