διαμερίζω
[ðjameˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
делить, разбивать на части; распределять между несколькими лицами
to divide into parts; to distribute or parcel out among several people · διαμέρισε τη περιουσία του στα παιδιά — разделил своё имущество между детьми
2
раскалывать, раскидывать (в переносном смысле — о разногласиях)
to split, to tear apart (figuratively — cause division) · διαμέρισε την κοινωνία — расколол общество
Грамматика
Настоящее время
εγώ
διαμερίζω
εσύ
διαμερίζεις
αυτός
διαμερίζει
εμείς
διαμερίζουμε
εσείς
διαμερίζετε
αυτοί
διαμερίζουν
Аорист
εγώ
διαμέρισα
εσύ
διαμέρισες
αυτός
διαμέρισε
εμείς
διαμερίσαμε
εσείς
διαμερίσατε
αυτοί
διαμέρισαν
Будущее
εγώ
θα διαμερίσω
εσύ
θα διαμερίσεις
αυτός
θα διαμερίσει
εμείς
θα διαμερίσουμε
εσείς
θα διαμερίσετε
αυτοί
θα διαμερίσουν
Примеры
Διαμέρισε την κληρονομιά του στα τρία παιδιά του.
Он разделил своё наследство между тремя детьми. · He divided his inheritance among his three children.
Αυτό το ζήτημα διαμέρισε τη χώρα σε δύο κόμματα.
Этот вопрос расколол страну на два лагеря. · This issue split the country into two camps.
Οι πολιτικές απόψεις διαμερίζουν συχνά τις οικογένειες.
Политические взгляды часто раскалывают семьи. · Political views often divide families.